εφησυχάζω

(ΑΜ ἐφησυχάζω) [ἡσυχάζω]
αναπαύομαι από τους κόπους, ξεκουράζομαι, ξαποσταίνω, ησυχάζω
νεοελλ.
1. επαναπαύομαι, εμπιστεύομαι, επαφίεμαι, ξεθαρρεύομαι
2. αμελώ, παραμελώ
νεοελλ.-μσν.
ησυχάζω ψυχικά για κάτι, παύω ν' ανησυχώ
μσν.
αποσύρομαι σε μονή ή σε σκήτη για ψυχική περισυλλογή
αρχ.
1. μένω ήσυχος
2. είμαι ήσυχος
3. παρασιωπώ
4. (για έθιμο ή συνήθεια) δεν εφαρμόζομαι, καθίσταμαι άκυρος, ανίσχυρος, πέφτω σε αχρησία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εφησυχάζω — εφησυχάζω, εφησύχασα, εφησυχασμένος βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εφησυχάζω — εφησύχασα, εφησυχασμένος, δεν ανησυχώ, επαναπαύομαι: Εφησυχάζεις με τη σκέψη πως δεν έκανες τίποτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐφησυχάζῃ — ἐφησυχάζω remain quiet pres subj mp 2nd sg ἐφησυχάζω remain quiet pres ind mp 2nd sg ἐφησυχάζω remain quiet pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφησυχάσει — ἐφησυχάζω remain quiet aor subj act 3rd sg (epic) ἐφησυχάζω remain quiet fut ind mid 2nd sg ἐφησυχάζω remain quiet fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφησυχάσω — ἐφησυχάζω remain quiet aor subj act 1st sg ἐφησυχάζω remain quiet fut ind act 1st sg ἐφησυχάζω remain quiet aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφησυχάσῃ — ἐφησυχάζω remain quiet aor subj mid 2nd sg ἐφησυχάζω remain quiet aor subj act 3rd sg ἐφησυχάζω remain quiet fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφησυχαζόντων — ἐφησυχάζω remain quiet pres part act masc/neut gen pl ἐφησυχάζω remain quiet pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφησυχασάντων — ἐφησυχάζω remain quiet aor part act masc/neut gen pl ἐφησυχάζω remain quiet aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφησυχάζει — ἐφησυχάζω remain quiet pres ind mp 2nd sg ἐφησυχάζω remain quiet pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφησυχάζον — ἐφησυχάζω remain quiet pres part act masc voc sg ἐφησυχάζω remain quiet pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.